Γυναίκα: Μούσα ή σπουδαία καλλιτέχνης;

Έμμα Σέικο

Έμμα Σέικο

Share on facebook
Share on twitter

Γυναίκα, δύναμη αρχέγονη. 

Γυναίκα, εκείνη που δε δαμάζει την τρικυμία, αλλά γίνεται η ίδια μία. 

Σήμερα 15 Απριλίου, στην Παγκόσμια Ημέρα Τέχνης, αποτίνουμε φόρο τιμής, στις γυναίκες ζωγράφους, σε εκείνες που μας δίδαξαν πως αν πιστέψεις σε κάτι με πάθος, τα αδύνατα γίνονται δυνατά. 

Η μούσα, λοιπόν, που συχνά θα γινόταν το αντικείμενο του πόθου ενός ζωγράφου, συγγνώμη ενός άντρα. Αναρίθμητες διδακτικές ώρες διαδέχονται η μια την άλλη, όλες αναλώνονται για την ερμηνεία της γυναίκας, ζωγραφισμένης σε καμβά ή σμιλευμένης στο πιο ερωτικό γλυπτό. Όλες καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των απαιτήσεων του ανδρικού βλέμματος. 

Δεν πρόκειται βέβαια για δήλωση μισανδρισμού. Η αρθρογράφος θαυμάζει κάθε τι το ωραίο, καμωμένο να υπηρετήσει την Τέχνη. Απορία της όμως, είναι τί απέγιναν οι γυναίκες καλλιτέχνιδες; Τις απορρόφησε, άραγε, το χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με κάθε τι το επαναστατικό, το προοδευτικό; 

Κάθε κεφάλαιο της ιστορίας μετρά τους Ανώνυμους. Μυριάδες. Στόματα που δεν έμειναν φιμωμένα που, όμως, δεν μπόρεσαν να πληρώσουν το αντίτιμο, το πρόσωπο να αποκτήσει όνομα. Οι Ανώνυμοι ήταν και Ανώνυμες.

Άραγε ποιες ήταν οι Ανώνυμες στην Ιστορία της Τέχνης;

Ελένη Μπούκουρα- Αλταμούρα

Στον απόηχο της Ελληνικής Επανάστασης του ’21, αντικρίζει το φως του κόσμου για πρώτη φορά, η πρώτη Ελληνίδα ζωγράφος, που θα ζούσε έναν βίο, γεμάτο από ανατροπές και απώλειες. Η Ελένη, δείχνει την καλλιτεχνική της κλίση από πολύ νεαρή ηλικία, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από το περιβάλλον της. Ο πατέρας της Ιωάννης Μπούκουρας, θαλασσοπόρος, ήταν άνθρωπος προοδευτικός που δεν καταδέχτηκε να γίνει δέσμιος των προσδοκιών μιας βαθιάς συντηρητικής κοινωνίας. Έχοντας την υποστήριξη του οικογενειακού της περιβάλλοντος, πραγματοποιεί μαθήματα στο πλευρό ενός πασίγνωστου Ιταλού ζωγράφου. Δεν αρκείται μόνο σε αυτό. Μεταμφιέζεται σε άνδρα και καταπατά το ανδρικό καλλιτεχνικό άβατο, μαθητεύοντας κοντά στον  Φρανσέσκο Σαβέριο Αλταμούρα, τον μετέπειτα σύζυγο της. Μαζί αποκτούν, τρία παιδιά, τον Ιωάννη, τη Σοφία και το στερνοπούλι τους, τον Αλέξανδρο. Η απιστία, όμως, του συζύγου της, ρίχνει αυλαία στο γάμο τους. Η Ελένη, όμως, και πάλι δεν πτοείται. Πλέον, όντας μια διακεκριμένη και, μάλιστα, σπουδασμένη ζωγράφος, εισέρχεται στην αφρόκρεμα της αθηναϊκής κοινωνίας. Διδάσκει νεαρές κοπέλες στο Αρσάκειο και παράλληλα εκλέγεται μέλος της επιτροπής των Ολυμπίων, μαζί με άλλες εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής. 

Η απώλεια δεν αργεί να της χτυπήσει την πόρτα, με τον πιο τραγικό τρόπο. Χάνει την κόρη της Σοφία και το γιο της Ιωάννη, ο οποίος ακολουθούσε τα χνάρια της μητέρας του, από φυματίωση. Η ψυχική της υγεία που κρεμόταν ήδη από μια κλωστή, δεν άργησε να την ισοπεδώσει. Μέσα σε μία νύχτα, καίει όλα της τα έργα στην αυλή του σπιτιού της, στις Σπέτσες. Το τέλος, την βρίσκει ως την άγνωστη γυναίκα που είχε αποκόψει τον εαυτό της από την κοινωνία του νησιού. 

Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι

Γεννιέται στη Ρώμη το 1593. Ως κόρη ζωγράφου, εκμεταλλεύεται το προνόμιο αυτό και μαθητεύει δίπλα του αλλά και στα αδέρφια της. Οι δημιουργίες της, θεωρήθηκαν αυτοβιογραφικές, πεποίθηση που πιθανόν να προέκυψε από το ότι η ίδια όντας θύμα βιασμού, μέσα από τα έργα της αποτύπωνε τη βία του αρσενικού. Ο βιασμός της, της άφησε βαθιές πληγές στη ψυχή, όχι μόνο λόγω της μακράς διαρκείας της δίκης αλλά και του απάνθρωπου ελέγχου που πραγματοποιήθηκε για να αποδειχθεί η εγκυρότητα της καταγγελίας της. Εκείνη, εγκαταλείπει την πόλη για να κυνηγήσει το όνειρο της.

Το 1614 σηματοδοτεί μια σπουδαία εξέλιξη στη ζωή της, γίνεται το πρώτο μέλος του φύλου της στην Accademiadelle Arti del Disegno. Στο ενδιάμεσο οι Μέδικοι έχουν γίνει οι πάτρονές της. Ο κύκλος των φίλων της, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το μαθηματικό και αστρονόμο, Γαλιλαίο. Ο ζωγράφος Καραβάτζιο, αποτελούσε φίλο του πατέρα της, Οράτιου Τζεντιλέσκι. Συνεπώς, η Αρτεμίζια υποβάλλεται συνεχώς σε ερεθίσματα που αφυπνίζουν τη ζωγράφο μέσα της. Εκείνη, σε εποχές ταραγμένες και ασταθείς, κατορθώνει να ξεχωρίσει με το χειμαρρώδες ταλέντο της αλλά και να μαρκάρει την παρουσία της στο Μπαρόκ της Πρώιμης Περιόδου, διαμορφώνοντας έτσι μια νέα ζωγραφική περίοδο. Σε μια επιστολή της, πριν το θάνατο της, γράφει: “Το όνομα και μόνο μιας γυναίκας γεννά την αμφιβολία, πριν ακόμη δουν και κρίνουν το έργο της”. 

Ελίζαμπεθ Νορς

Το 1859, το Οχάιο καλώς ορίζει στη ζωή, εν αγνοία του, μια από τις σπουδαιότερες γυναίκες ζωγράφους της χώρας. Μόλις δεκαπέντε ετών, γίνεται δεκτή σε σχολή σχεδίου. Ως νεαρή γυναίκα πια, αρνείται να ακολουθήσει την πεπατημένη και να γίνει δασκάλα, εκπληρώνοντας τις προσδοκίες της κοινωνίας, να διαλέξει δηλαδή μια επαγγελματική ιδιότητα, στερεοτυπικά ταιριαστή στο φύλο της. Αντ’ αυτού, μεταβαίνει στη Νέα Υόρκη, παράλληλα με τις σπουδές της, ασχολείται με τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και τη ζωγραφική τοπίων. Η χρονιά 1887, αποτέλεσε τομή στη ζωή της ζωγράφου, αφού μεταβαίνει στο Παρίσι και παρακολουθεί μαθήματα στην Ακαδημία Julian, λίγο αργότερα αποκτά το δικό της χώρο για να εργάζεται. Δεν συμβιβάζεται ποτέ της με τις επιβεβλημένες νόρμες και δεν ασπάζεται την ιδεολογία που υποβιβάζει το γυναικείο φύλο. Η ίδια δεν παντρεύεται ποτέ της και χαρακτηρίστηκε από τους μεταγενέστερους ιστορικούς, ως μια ανεξάρτητη, γεμάτη από δυναμισμό, φιγούρα. 

Δείχνει έμπρακτα την ευαισθησία της προς τον συνάνθρωπο στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου, όταν δεν εγκαταλείπει το Παρίσι, αλλά παραμένει για να συνδράμει στη φροντίδα των προσφύγων του πολέμου. Πεθαίνει το 1938, όντας με βεβαιότητα, μια γυναίκα ζωγράφος που είχε καταφέρει να βιοποριστεί από τη ζωγραφική της. 

Διάβασε επίσης!

ThinkBiz Academy 2022 “Scaling Elements” | 13 & 14/05/2022

Ψήφισε το καλύτερο άρθρο για το μήνα...