ΟΑΣΘ αγάπη μου..

Έλλη Παπαδοπούλου

Έλλη Παπαδοπούλου

Share on facebook
Share on twitter

Δεν ξέρω για εσάς, σε εμένα, πάντως, ο ΟΑΣΘ μπήκε με δειλά βήματα στην ζωή μου, γύρω στα 16, ή μάλλον εγώ μπήκα σε αυτόν. Ήταν τότε που άρχιζα να νιώθω και εγώ “μεγάλη”, που ήθελα να μάθω τι υπάρχει στην υπόλοιπη Θεσσαλονίκη και που βγαίνει ο κόσμος , βλέποντας το λεωφορείο ως σύμβολο της εφηβικής μου ανεξαρτησίας . Όπως όλοι, θεώρησα, πως το καταλληλότερο μέσο για να το κάνω είναι το λεωφορείο – βέβαια, όχι ότι έχουμε και κάποιο άλλο μέσο μαζικής μεταφοράς εδώ στα βόρεια.

Ώσπου να τελειώσω το σχολείο, οι φορές που είχα μπει σε λεωφορείο ήταν μετρημένες στα δάχτυλα. Ως τότε, θεωρούσα συναρπαστική μία βόλτα με αυτό το μπλε (τότε) όχημα. Όμως, κάποια στιγμή το σχολείο τελείωσε, η σχολή και οι βόλτες στο κέντρο άρχισαν και μαζί τους ήρθε και ο ΟΑΣΘ, για να μου αλλάξει την γνώμη για την ευχάριστη και συναρπαστική βόλτα που έκανα μέχρι τότε.

Ας δούμε, λοιπόν, 3 κλασικές και -σίγουρα όχι ευχάριστες- καταστάσεις που όλοι, ακόμα και αν έχουμε καθίσει απλά στην στάση του λεωφορείου, έχουμε ζήσει.

1.Γιούργιαα!

Δεν ξέρω για εσάς, σε εμένα, πάντως, ο ΟΑΣΘ μπήκε με δειλά βήματα στην ζωή μου, γύρω στα 16, ή μάλλον εγώ μπήκα σε αυτόν. Ήταν τότε που άρχιζα να νιώθω και εγώ "μεγάλη", που ήθελα να μάθω τι υπάρχει στην υπόλοιπη Θεσσαλονίκη και που βγαίνει ο κόσμος , βλέποντας το λεωφορείο ως σύμβολο της εφηβικής μου ανεξαρτησίας . Όπως όλοι, θεώρησα, πως το καταλληλότερο μέσο για να το κάνω είναι το λεωφορείο - βέβαια, όχι ότι έχουμε και κάποιο άλλο μέσο μαζικής μεταφοράς εδώ στα βόρεια.

Ώρα 2:15μ.μ., στάση Αριστοτέλους, αγκαλιά με μία κολώνα της Δ.Ε.Η, περιμένεις υπομονετικά εδώ και 20 λεπτά το τίμιο λεωφορείο που θα σε πάει επιτέλους στο σπιτάκι σου. Εντωμεταξύ, όσο η ώρα περνάει και ο κόσμος γύρω σου πληθαίνει, τόσο και το άγχος σου φουντώνει. “Εντάξει, δεν είμαι τόσο άτυχη που θα μπούμε όλοι στο ίδιο” είναι η πρώτη σκέψη. Ώσπου, κάποια στιγμή αρχίζει να αχνοφαίνεται στο δρόμο. Και όσο πλησιάζει αυτό, τόσο μαζεύονται όλοι γύρω. Κλείνεις μπουφάν, κινητό, λεφτά και τσάντα, τα κρατάς σαν φυλαχτό και είσαι σε ετοιμότητα. Και η σακαράκα σταματάει. Και ανοίγει, επιτέλους, τις πόρτες της. Και τότε ΜΠΑΜ! Αρχίζει η μάχη.Τι σπρώχνετε, μανδάμ;” “Που πάτε κύριος, το δικό μου πόδι πάτησε ήδη το σκαλί” “Περιμένετε να κατέβουμε πρώτα!!” “Άντε κοπελιά προχώρα!!” . Σαρανταδύο νοικοκυρές, καμιά εικοσαριά παππούδες, δύο-τρία καρότσια, μία έγκυος, άλλοι δυο τύποι, που λιγουρεύονται τις τσέπες σου, και ένας με τυρόπιτα, προσπαθούν να ανέβουν και να κατέβουν ταυτόχρονα. Και εσύ νιώθεις σαν να έχεις ανοίξει την πόρτα για την Νάρνια.

2.Περί αποσμητικού ο λόγος!

Τα έχεις καταφέρει, όμως, και έχεις μπει πλέον στο πολυπόθητο αυτό όχημα σχεδόν αρτιμελής. Πιάνεσαι από την χειρολαβή πάνω από το κεφάλι σου, με το ένα πόδι, εννοείται, στον αέρα, νιώθοντας σαν εκείνες τις ροζ μπαλαρίνες που είχαμε στα μικρά μας και απορούσες πως στηρίζονταν σε ένα τόσο δα σιδεράκι. Και εκεί που λες “όλα καλά, το δύσκολο κομμάτι έχει περάσει”, νιώθεις μία έντονη, αφόρητη, μπόχα στα ρουθούνια σου. Μα φυσικά, είναι ο τύπος που η λέξη “αποσμητικό”, δεν υπάρχει στο λεξιλόγιό του και για κακή σου τύχη, έχει σηκώσει την χερούκλα του ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό σου για να πιαστεί. Γυρνάς το κεφάλι από την άλλη, κάνεις αέρα με το χέρι σου, μα το “μεθυστικό άρωμα” του τύπου δεν λέει να φύγει. Τι και αν παρακαλάς τον παππού που κάθεται να ανοίξει το παράθυρο να πάρεις και εσύ μία ανάσα; “Μα καλά δεν βλέπεις τον αέρα που έχει έξω; Δεν μπορώ θα με χτυπήσει στο τούτο μου” θα σου πει. Γιατί, ναι φίλε μου, έτσι πάει το πράγμα, και ας προσεύχεσαι από μέσα σου να κατέβει ο τύπος στην επόμενη στάση. Δεν πρόκειται να σου κάνει το χατίρι!

3.Σήκω να κάτσω.

Και πάνω που έχεις αρχίσει να νιώθεις τα πόδια σου να λυγίζουν, τα μάτια σου μισάνοιχτα, από την κούραση και το κεφάλι σου βαρύ, από το παραλήρημα της κυρίας δίπλα σου “Μα φταίω εγώ; Πες μου βρε Καίτη. Εγώ που ανέχτηκα μέχρι και την μάνα του ένα μήνα, που την έπαιρνε μέχρι και για καληνύχτα; Προχθές δεν πήγαμε στην Νάουσα και πάλι…”, γίνεται το θαύμα! Η κυρία μπροστά σου, μαζεύει τα μπαγάζια της και χτυπάει το κουδουνάκι. Ε ναι, λοιπόν! Ήρθε, επιτέλους, η στιγμή να κάτσεις. Χα! Έτσι λες; Η γιαγιά από απέναντι που είδε την απόλαυσή σου, καθώς καθόσουν, έχει σίγουρα διαφορετική γνώμη. Με απειλητικό ύφος, έτοιμη για καυγά σου λέει “ΣΗΚΩ. Ναι, καλά άκουσες. Έτσι, απλά και καλοσυνάτα. Ακόμα και να δούλευες όλη μέρα, πρέπει να σηκωθείς. Ακόμα και από τον πόλεμο να γυρνάς, μάντεψε: πρέπει να σηκωθείς. Γιατί; Μα, από σεβασμό φυσικά, γιατί η γλυκύτατη γιαγιάκα σου μίλησε τόσο ευγενικά, που πρέπει και εσύ να φερθείς ανάλογα. Γιατί, διαφορετικά, όλη η τρίτη ηλικία του λεωφορείου, πρόκειται να ενώσει της δυνάμεις της εναντίον σου, ακόμα και αν δεν ξέρουν καν το τι συνέβη. Και ας κατέβει η γιαγιά στην επόμενη στάση, εσύ πρέπει να σηκωθείς, για να κάτσει. Γιατί; Γιατί ΕΤΣΙ!

Δεν ξέρω για εσάς, σε εμένα, πάντως, ο ΟΑΣΘ μπήκε με δειλά βήματα στην ζωή μου, γύρω στα 16, ή μάλλον εγώ μπήκα σε αυτόν. Ήταν τότε που άρχιζα να νιώθω και εγώ "μεγάλη", που ήθελα να μάθω τι υπάρχει στην υπόλοιπη Θεσσαλονίκη και που βγαίνει ο κόσμος , βλέποντας το λεωφορείο ως σύμβολο της εφηβικής μου ανεξαρτησίας . Όπως όλοι, θεώρησα, πως το καταλληλότερο μέσο για να το κάνω είναι το λεωφορείο - βέβαια, όχι ότι έχουμε και κάποιο άλλο μέσο μαζικής μεταφοράς εδώ στα βόρεια.

Αυτή είναι η κατάσταση παιδιά. Αλλά ας το παραδεχτούμε, αυτή είναι και η ομορφιά του ΟΑΣΘ. Αν το καλοσκεφτούμε, χωρίς αυτές (και άλλες πολλές αλλόκοτες καταστάσεις) που συναντάμε καθημερινά, θα ήταν τόσο βαρετές οι διαδρομές μας. Για να πω την αλήθεια, μου έχεις λείψει, αγαπημένε μου ΟΑΣΘ, και ας με παιδεύεις κάθε τόσο!

Διάβασε επίσης!

Ψήφισε το καλύτερο άρθρο για το μήνα...